Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Απόσπασμα, από το βιβλίο μου: το βαλς των ανέμων

Σημείωση 4. Ο γάμος της Κασσάνδρας και του Ζαν, θεωρούνταν από πολλούς, ευτυχής, χωρίς να γνωρίζουν το μαρτύριο που περνούσαν τα σώματά τους!
Δοσμένα σε ένα χάος που δεν είχε γυρισμό. Έφθασαν στην παραφροσύνη και για να ζήσουν ζωντανοί, προσποιούνταν την ειλικρίνειά τους, μπας και φιλοτιμηθεί η μοίρα και αλλάξει λίγο τα δεδομένα. Δεκαοχτώ χρόνων, πλέον, η Κασσάνδρα. Πιο όμορφη από ποτέ. Αγόρασαν σπίτι στην πατρίδα της και εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Ο Ζαν, πηγαινοερχότανε Γαλλία- Ελλάδα, λόγω υποχρεώσεων και καθώς επέστρεφε, τα χέρια του, ήταν γεμάτα δώρα. Κουβαλούσε και διάφορα αντικείμενα για να διακοσμήσουν το βρεφικό δωμάτιο. Τα χρώματα ουδέτερα, μιας και δεν ήξεραν αν γεννηθεί αγόρι ή κορίτσι. Ώσπου το μωρό ήρθε στο κόσμο, ξημερώματα Κυριακής. Αγόρι. Ίδιο η μάνα του! Γιατί, τι θα γινότανε, εάν, έμοιαζε φατσικά στον πατέρα του; Ευτυχώς, το μόνο που του πήρε, ήταν ο χαρακτήρας του! Το ίδιο ευαίσθητος και χαρισματικός όπως και εκείνος! Η έκφραση των ματιών του, το έδειχνε καθαρά. Η ματιά, που τη συγκλόνιζε καθώς έβγαινε στο παραθύρι και αναστέναζε, μήπως και τον δει, έστω για λίγα δευτερόλεπτα. Ένας χρόνος είχε περάσει και τα πράγματα είχαν πάρει το δρόμο τους. Η μοίρα είχε κανονίσει για δαύτους. Τον Νουρί, τον είχε ξαναδεί, σε ένα ταξίδι του συζύγου της. Ξανά τα ίδια. Σαν να μην όριζε το κορμί της.... σαν να έβαζε στο στόχαστρο τον γάμο τους. Τι θα γινόταν, αν τους έπαιρνε κάποιο μάτι; Είχε προφασιστεί, πως θα μείνει στο πατρικό της, να μην μείνει μόνη νύχτα με το μωρό σε ένα άδειο σπίτι. Έτσι, λοιπόν, ο Ζαν, έφυγε ευχαριστημένος και σίγουρος πως η γυναίκα του, θα ήταν σε καλά χέρια! Μπήκε στο πλοίο και χάθηκε στα γαλάζια νερά της θάλασσας! Ένας πόνος στο στήθος, τον είχε πιάσει δύο- τρεις μέρες και δεν το είπε σε κανέναν. Ούτε στον γιατρό πήγε. Θέλησε να πάει στην Γαλλία. Είχε δικό του γιατρό. Τον εμπιστευόταν. Από την άλλη, δε χρειαζόταν να την τρομάξει! Αρκετά είχε στο μυαλό της.