Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Από το βαλς των ανέμων- Ιστορικό Μυθιστόρημα

Νεκρική σιγή. Μούτρα κατεβασμένα ως το πάτωμα. Τα λόγια, κρυμμένα πίσω από τους τοίχους για να μην σκλαβώσουν κι άλλο την καρδιά της Βασιλικής.
Η κυρά Σταθώ, φόρεσε μια άσπρη ποδιά, έκανε το σταυρό της ευλαβικά τρεις φορές και της έδωσε να πιει το μαντζούνι. Η γεύση του σκέτη αηδία... μα έπρεπε να το πιει μονορούφι. - Δε το θέλω αυτό το παιδί... καρπός διαβόλου! Ούρλιαζε, καθώς την είχαν δεμένη για να μην κινείται. - Μα είναι το παιδί σου, Βασιλική! Ψέλλισε, η κυρά Σταθώ. - Καρπός διαβόλου! Είπε, με αδιάφορο ύφος. - Είναι αμαρτία, βρε, Βασιλική μου! - Δε το θέλω ετούτο το παιδί! Ακούς, τι σου λέω; Θέλω να τελειώνω μια ώρα αρχύτερα.... - Κουράγιο, κόρη μου... Σε λίγο, θα ηρεμίσεις από αυτό το βάσανο! Νέα, είσαι ακόμα... θα κάνεις κι άλλα παιδιά. Γερά θα είναι, θα δεις. Είπε, η κυρά Σταθώ και σήκωσε τα μανίκια της και με ένα μακρύ σιδερικό, που το είχε πρώτα απολυμάνει με οινόπνευμα, άνοιξε τα πόδια της και... Δυσκολεύτηκε πολύ, επειδή η Βασιλική, κουνιόταν ανάμεσα στα σεντόνια σαν χέλι, παρόλο που ήταν δεμένη. - Κάνε κουράγιο κοπέλα μου.... Όπου να’ ναι τελειώνουμε... Μόνο μην κουνιέσαι... Έτσι όπως κάνεις δεν βλέπω καθαρά και θα κάνω κάνα λάθος κι ύστερα.... Θέλεις ή δε θέλεις να ξανακάνεις παιδί; - Μοναχά αυτό δεν θέλω... Κάνε, το σωστό σε παρακαλώ! Την τρόμαζε, η αλήθεια! Η μνήμη της, βουητό στα αυτιά της. Το πρόσωπο του άνδρα επάνω στο κορμί της, σάλευε, μέχρις ότου να τελειώσει την πράξη του. Χανόταν, μες στη φωνή της κυρά Σταθώς και απαιτούσε στον εαυτό της, να κάνει κουράγιο. Το δηλητήριο που γέμισε το κορμί της, όπου να ήταν θα έβρισκε το αντίδοτό του. Ήθελε να ξεκόψει από το παρελθόν κι αν δεν έβγαζε από τα σπλάχνα της το μωρό, θα παρέμενε στα σκοτάδια. Μετά από τόση ταλαιπωρία, το βάσανο της, τελείωσε. Έτρεμε. Το βλέμμα της απλανές, μέσα στο δωμάτιο. Η Κασσάνδρα την σκέπασε με μια ψιλή κουβερτούλα και την άφησε να ησυχάσει. Κάθισε δίπλα της, χωρίς να της μιλάει, κρατώντας της μόνο το χέρι. Βράδιασε και η Κασσάνδρα, ήταν ακόμη εκεί. Η Βασιλική, με τα βλέφαρά της σφαλιστά κοιμόταν βαριά. - Μακάρι να μην το μετανιώσεις... Της ψιθύριζε, καθώς την φιλούσε, την ώρα που σάλευε στο μέτωπο. Η Βασιλική, δεν αντέδρασε. Δεν μπορούσε, έτσι κι αλλιώς, να αλλάξει όσα έγιναν. Εξάλλου, δε το ήθελε. - Από εδώ κι εμπρός, πρέπει να σταθείς δυνατή! Έτσι, κούκλα μου; Έκανε το χέρι της, να την χαϊδέψει, μα η κούραση, δεν της το επέτρεψε. - Μην κουράζεσαι... Κοιμήσου. Θα το πληρώσει, εξαδέλφη. Θα τιμωρηθεί με τη σειρά του, όταν το θελήσει ο Θεός! Της ψέλλισε και την σκέπασε.