Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

απόσπασμα του βιβλίου μου, βαλς των ανέμων

απο το βαλς των ανέμων ΜΕΡΟΣ ΔΩΔΕΚΑΤΟ Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ
Σημείωση 1. Το πρωινό φως όρμισε μέσα από τα παράθυρα. Η Κασσάνδρα στημένη από ώρα στον καθρέπτη κοιτούσε το είδωλό της. Σε λίγες ώρες ταξίδευε για Σμύρνη και η ψυχή της πετάριζε από χαρά. Η αλήθεια είναι πώς ένιωθε τσιμπήματα στην καρδιά μέρες πριν μα απέφευγε να μου το πει. Δεν ήθελε να χάσει με τίποτα το ταξίδι στη Σμύρνη, στη πόλη των αγγέλων όπως την ονόμαζε και κοκορευόταν. Το χρωστούσε στη Βασιλική, στον εαυτό της. Σα πεθάνω, μου έλεγε, να με θάψεις στη Σμύρνη. Αλλιώς θα βρικολακιάσω και δε θα σε αφήνω σε ησυχία, μου έλεγε και ξεραινόταν στα γέλια. 1. Κατέβαινε την σκάλα του αεροπλάνου και τα πόδια της έτρεμαν. Πατούσε στη γη της, στη πόλη των αγγέλων. Σύγκρυο την έπιασε. Έκλεισε τα μάτια και πήρε βαθιά ανάσα. Ήθελε να εισχωρήσει στα σωθικά της ο γνώριμος αέρας. Χαμογέλασε με ανακούφιση την ώρα πού κοιτούσε ολόγυρα τις καινούριες εικόνες της πόλης. Η Σμύρνη τόσο ίδια και τόσο διαφορετική. Είχαν περάσει πέντε χρόνια από το θάνατο της Βασιλικής και δεν έβρισκε το κουράγιο να επιστρέψει στην πατρίδα της. Θυμήθηκε το καταραμένο έτος 1922. Τότε, πού καθώς έπλεε τραγουδούσε για τη Σμύρνη πού καιγόταν. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. Κρατήθηκε από την αεροσυνοδό μη νιώθοντας καλά και αφέθηκε στις παιδικές της στιγμές. Πόσο θα ήθελε να ήταν μαζί της και ο Νουρί; Είχαν τόσα να μοιραστούν! Θα ζούσαν πλέον ελεύθεροι στην πόλη των αγγέλων. Κι όμως, για μια ακόμη φορά ο Νουρί έλειπε. Χωρίς τη θέλησή του αυτή τη φορά. Με πήρε από το χέρι και περπατούσαμε για κάμποση ώρα με τις βαλίτσες στο χέρι στα σοκάκια της πόλης. Τόσο ίδια και συνάμα διαφορετικά. Την άκουγα να ψελλίζει και μου ερχόταν να βάλω τα κλάματα. Κινήσαμε για το αρχοντικό της. Ένα δάγκωμα αισθάνθηκε στα σπλάχνα της από τις μνήμες πού ξεμύτιζαν σιγά- σιγά. Πόνος βαρύς, από τις τόσες πληγές και χρονολογίες πού είχαν περάσει. Τίποτα δε βρήκε όπως το άφησε. Μόνο μνήμες. Βρήκε την δύναμη να πέσει στα γόνατα και να ξεσπάσει με λυγμούς. Νουρί… Μάνα… Πατέρα… Ούρλιαζε χωρίς να την νοιάζει για τον κόσμο πού την κοιτούσε. Την ίδια ώρα πού ακουγόταν η φωνή του Χότζα για την καθιερωμένη προσευχή των Μουσουλμάνων. Καταραμένη φάρα… Οργιζόταν η γριά. Γιατί Θεέ μου… Τι σου φταίξαμε και μας ξεσπίτωσες; Κοίτα τώρα τα χαΐρια σου… Παντού Τούρκοι άπιστοι. Βρομάνε τα σοκάκια από τα χνότα τους… Κοίτα λοιπόν, πώς άλλαξε η πόλη… Το αντέχεις αυτό; Ξεσπούσε με θρήνο. - Γιαγιά… - Είναι η ώρα να ακολουθήσω την οικογένειά μου… Τον Νουρί μου. Τον Νουρί της. Πόσο τον αγαπούσε άραγε; Στιγμή δεν έπαψε να ζει γι’ αυτόν. Σε κάθε της βήμα τον ένιωθε κοντά της. Ανάσα της. Το ίδιο κι εκείνος και το κισμέτ. Ανάθεμά το για κισμέτ! Πόσο πόνο προκάλεσε… πόση χαμένη ελπίδα; Ήρθε η ώρα να μάθεις την αλήθεια όπως την έζησα εγώ… Μου ξεφούρνισε κοιτώντας με στα μάτια. Θέλω να την γράψεις και σε βιβλίο την ιστορία μου… Πρέπει να μάθει ο κόσμος την αλήθεια… Πρέπει η Σμύρνη να μείνει ζωντανή και εμείς οι Χριστιανοί- και ειδικά όσοι ζήσαμε την οργή των Τούρκων- έχουμε τη δύναμη να το κάνουμε. Μου ψέλλισε την ώρα πού επιστρέφαμε στην Ελλάδα. Ένα μήνα σχεδόν, μείναμε στη Σμύρνη και ήταν αρκετός χρόνος για να την λατρέψω. Έμαθα τα κατατόπια της, την μυρωδιά της… Συνήθισα ακόμα και το Χότζα πού εκνεύριζε την Κασσάνδρα κάθε φορά πού έβγαινε και καλούσε για την καθημερινή προσευχή. Δεν μου έκανε καρδιά να φύγω. Είναι όμως, ώρα… Θέλω να αποθάνω στην ησυχία μου… Εδώ ο κόσμος όσο κι αν τον αγαπώ με τρομάζει… Με πλακώνει. Μου έλεγε με ζεστά μάτια γεμάτα θρήνο για την κατάντια της πόλης των αγγέλων. Επιστρέψαμε στην Ελλάδα και την είδα να ανασαίνει βαθιά. Επιτέλους… θα ηρεμίσει η ψυχή μου. Μου απολογήθηκε μέσα στο ταξί την ώρα πού επιστρέφαμε στο σπίτι. Για την διάγνωση του γιατρού ούτε κουβέντα. Κρυφά από εμένα είχε πάει. Δήθεν να περπατήσει μόνη στα σοκάκια της πόλης λίγο προτού επιστρέψουμε στην Ελλάδα. Λυπάμαι κυρία Αβράσογλου. Η φωνή του γιατρού κάπως σπασμένη. Υπέστη ένα ελαφρύ εγκεφαλικό και η καρδιά της ήταν αδύναμη. Ζήτημα δύο- τριών μηνών ζωής. Κι αυτούς τους μήνες τους είχε ανάγκη. Έπρεπε να φθάσει ο χρόνος να μου μιλήσει ως και την τελευταία λεπτομέρεια. Όμως, κάτι ένιωθα πώς μου έκρυψε απ’ όλη την ιστορία. Δεν ξέρω τι. Δεν έβαλα ποτέ- και ούτε θέλησα- το μυαλό μου να ψάξει στα κατατόπια της και να την φέρω σε δύσκολη θέση. Ακόμα και την ψυχή της σαν πέθανε. Στην κουνιστή της πολυθρόνα πού την κουβαλούσε μαζί της όπου κι αν πήγαινε. Στην Ελλάδα, όπως δήλωσε. Όχι ούρλιαξα με μίσος στο χάρο. Όχι… Δεν είχα τη δύναμη να παλέψω. Δεν άντεξα πού την έχασα. Φοβόμουν τη μοναξιά. Την ψυχή μου πού είχε ανάγκη για βοήθεια. Μα… Άδεια χωρίς όνειρα τι θα γινόμουν;