Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Απόσπασμα, από το βιβλίο μου: το βαλς των ανέμων!!!

1940. Ούτε οι Γερμανοί, λογάριασαν. Τους ισοπέδωσαν. Η Κασσάνδρα, έζησε για δεύτερη φορά το θάνατο και την ταλαιπωρία… κι ό,τι είχε ορκιστεί να μην μπλέξει στο θάνατο!!!! Ξεδίπλωσε το γράμμα και άρχισε δυνατά, καθαρά και όσο πιο συλλαβιστά μπορούσε. Ένιωθε πώς έτσι το καταλάβαινε καλύτερα!
Αγαπητή μας, μάνα, Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζουμε ασταμάτητα, ο ένας πίσω από τον άλλο, σαν τυφλοί. Με κόπο ξεκολλά το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, βουλιάζει ίσα με το γόνατο. Στο δρόμο ψιχαλίζει συνεχώς καθώς και μέσα στις ψυχές μας και τις λίγες φορές πού κάνουμε στάσεις είναι για να ξεκουραστούμε. Δεν ανταλλάζουμε κουβέντα, μονάχα στεκόμαστε σοβαροί και αμίλητοι φέγγοντας με ένα δαυλί. Μία- μία μοιραζόμαστε την σταφίδα, ή ότι άλλο έχει φυλαγμένο στο κόρφο του ο καθένας μας. Πολλές φορές πάλι, βγάζουμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμαστε με λύσσα ώρες πολλές, μέχρις ότου να τρέξουν αίματα. Μας έχει ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι αυτό είναι το επώδυνο πιο κι από την κούραση. Κάπου-κάπου, ακούγεται στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούμαστε, και πάλι σαν τα ζώα- έτσι, θεωρούμε τον εαυτό μας- τραβάμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, προτού ξημερώσει και μας βάλουν στόχο τα αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κατέχει από στόχους ή τέτοια, και όπως το έχει συνήθειό του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημερώνει το φως. Τότε χωμένοι μες στις ρεματιές, γυρνάμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θυμώνουν, πού δε δίνουμε τάχα σημασία στα λόγια τους! Δεν έχω δει, ούτε νομίζω πώς θα δω ξανά τέτοια λάσπη στη ζωή μου. Πατάς ανυποψίαστος πάνω και βυθίζεσαι, ως τους αστραγάλους, ως τη μέση του ποδιού, ως το γόνατο και καθώς γίνεται αυτό αισθάνεσαι τη παγωνιά να διαπερνά υγρή τη μπότα σου και την κιλότα σου, καθώς και τα γύρω μπούτια σου. Περπατάμε, και τα πόδια μας δεν ξεκολλάνε, όσο κι αν τα τραβάμε με όλη μας τη δύναμη και με τα δυο μας χέρια. Κι όταν δεν τα καταφέρνουμε… φωνάζουμε έναν από τους δικούς μας να σταματήσουν και να τρέξουν για βοήθεια. Ο δε Σταυράκος… κάθε δέκα βήματα η ίδια κατάσταση. - Για θα χαθούμε μωρέ παλικάρια, περιμένετε… δε μπορώ να βγω… Και τότε ο πιο κοντινός, πού τυγχάνει πάντα να είμαι εγώ, τον βοηθάω και πάει λέγοντας. Δε ξέρω πόσο θα χρειαστεί να περάσουμε σε αυτό το καταραμένο μέρος, μα μου φαίνεται πώς θα σταθούμε για μια ζωή. Πολλοί πάλι πεθαίνουν από το κρύο. Τα πόδια τους κοκαλώνουν και το κονιάκ πού έχουν στους σάκους τους τελειώνει. Μερικοί λιποθυμούν και μπροστά στα μάτια μας δεν μπορούν να αντισταθούν στα κοράκια πού σαν αρπαχτικά κινούνται καταπάνω τους. Δίπλα μου έχω ένα φίλο. Διομήδη τον λένε. Το πόδι του έχει πάθει γάγγραινα και αρνείται να του το κόψουν. Προτιμά να πεθάνει όρθιος, παρά στάσιμος σε ένα μέρος. Ευτυχώς πού υπάρχουν γιατροί στη παρέα. Θα σταθούν στο πλάι του μόλις φτάσουμε στη κορυφή και κρυφτούμε. Πάντως μην ανησυχείτε για εμένα, ούτε καν για τον Σταυράκο. Μόνο πού κρυώνουμε λίγο βρε μάνα… Σε αγαπάμε πολύ και σε σκεφτόμαστε! Κυπριανός και Σταυράκος.