Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Διαβάστε ένα απόσπασμα, του βιβλίου μου: το βαλς των ανέμων!!!

Ένα ανοιξιάτικο πρωινό, πού η πρασινάδα, νοτερή από την αυγινή υγρασία, αναριγούσε κάτω από τον ήλιο και η ζεστασιά τρύπωνε μέσα στη γη, ζωντανεύοντας τα λουλούδια, η μητέρα του Χουά ντε Σίλβα , βοηθούσε την υπηρέτρια να απλώσουν στο σκοινί τα ρούχα της μπουγάδας
. Είδε τον γιο της να τραβάει πέρα, άγνωστο για πού και του φώναξε μα απάντηση δεν πήρε. Φαντάστηκε πώς ίσως είχε γελαστεί… μα η περιέργειά της ήταν πιο μεγάλη! Κίνησε να τον ακολουθήσει… καθώς πλησίαζε πίσω από κάτι θάμνους, άκουσε γέλια. Πάσχιζε να θυμηθεί τον ήχο του γέλιου. - Θα σε δω το βράδυ πού θα λείπουν όλοι. Άκουσε να ψιθυρίζει ο Χουά ντε Σίλβα και κρύφθηκε. Ανησύχησε. Ένας φόβος, γεννήθηκε μέσα της. - Απόψε το βράδυ, θα πάει μόνος του στο σπίτι των καλεσμένων ο Χερέρα. Συλλογίστηκε και κίνησε κατά το σπίτι. Ο ίσκιος της νύχτας, σκέπασε τα πρόσωπα και τα πράγματα σαν μαύρη κάπα πού αργοσερνόνταν προς το σπίτι του Χουά. Η μάνα του, το είχε συζητήσει με τον Χερέρα και η απάντηση πού δόθηκε ήταν θετική. Αν και άνοιξη, εκείνη τη νυχτιά, έκανε απότομα κρύο, σαν να συμμετείχε και ο άνεμος στα επακόλουθα. Η Τζοβάνα, η μητέρα του, καθισμένη στην πίσω αυλή του σπιτιού, παρατηρούσε με γουρλωμένα μάτια, το παράθυρο του γιου της. Οι κουρτίνες τραβηγμένες και το φως της λάμπας, ίσα πού τρεμόπαιζε. Ο αέρας, άρπαξε το μαντήλι πού κρατούσε στα χέρια της και το έκανε χαρταετό στα σύννεφα. Οι άνεμοι, εκείνο το βράδυ, είχαν γλέντι. Μια στεναχώρια άγγιξε τα σπλάχνα της. Ένα προαίσθημα την τυραννούσε. Η λογική της, θόλωσε όταν είδε τον Λεονάρ, να μπαίνει στο σπίτι της. Προχώρησε με σταθερό βήμα προς τη πόρτα. Έμεινε ακίνητη και αφουγκραζότανε. Άκουσε ψιθυριστές ομιλίες από το δωμάτιό του. Σίμωσε γρήγορα και κοντοστάθηκε έξω από την πόρτα του. Το μυαλό της, θόλωσε σαν άκουσε βαριές ανάσες, βογκητά και μυρωδιά γυμνού κορμιού πού άφηναν τα απομεινάρια τους στην ατμόσφαιρα. Κι έπειτα ακούγονταν λέξεις πού έβγαιναν σπασμένες από χείλη βιαστικά να αναπνεύσουν, να φιληθούν και να ψιθυρίσουν ερωτικά λόγια. Η Τζοβάνα, πάσχιζε να μιλήσει, μα η φωνή της, ήταν ένα βραχνό μουρμουρητό. Η φωνή του Λεονάρ, ακούστηκε μακρινή… - Σε αφήνω, Χουά… Θα τα πούμε αύριο, την ίδια ώρα, πάλι, στο γνωστό μέρος. - Εντάξει… ψέλλισε και εκείνος καθώς έκλεινε το παράθυρό του. Η πόρτα άνοιξε και η Τζοβάνα, στάθηκε άγαλμα μπρος του. Εκείνος, στύλωσε τα μάτια του πάνω της μα δεν κούνησε. Την έκανε να βάλει φωνή, να ριχτεί χάμω και να χτυπάει το έδαφος με όση δύναμη είχε εκείνη τη στιγμή. - Πού έκανα λάθος; Συνέχιζε να ψάχνει και να μη βρίσκει παρά μόνο βαριές κατάρες. Για αρκετό καιρό δεν μιλούσε. Από τον κλονισμό πού έπαθε, τους είχε πει ο γιατρός. Μα και όταν της πέρασε ο κλονισμός, εξακολουθούσε να μην μιλάει. Όταν την ρωτούσαν, τα μάτια της γουρλώνανε επάνω στο πρόσωπο του Χουά τόσο πού το ασπράδι φαινόταν ολόγυρα στο μαυράδι του ματιού, η ανάσα της σταματούσε, το κορμί της κοκάλωνε και τα μάγουλά της κοκκίνιζαν από το κράτημα της ανάσας. - Συγχωράμε, μάνα… Υπάρχουν πράγματα πού δεν αποφασίζουμε εμείς για αυτά! Δεν ορίζονται… απλά συμβαίνουν! Η Τζοβάνα, θέλησε να γευτεί το καπνό του τσιγάρου. - Μη μάνα… δεν κάνει, γυναίκα πράμα! - Μη με πληγώνεις, άλλο… Φθάνει το μαρτύριο πού περνάω. Τον λοξοκοίταξε με την καχυποψία πού κοιτούν οι άνθρωποι τους ξένους. - Με σκότωσες εκείνο το βράδυ… - Δε το θελα, μάνα… Δεν ήθελα, να σε πικράνω! Όμως, η Τζοβάνα, βρισκόταν σε μια μόνιμη υστερική κατάσταση. Είχε βρεθεί επί τόπου. Είχε δει με τα μάτια της… Ξάφνου, ένας δαίμονας, ξεπρόβαλε μες στην υστερία της. Ήθελε να εκδικηθεί… ένιωθε ηδονή, βάζοντας με το μυαλό της, την τιμωρία πού θα εισέπραττε ο Λεονάρ. - Όχι, μάνα… αυτός δε φταίει σε τίποτα. - Φταίει… Και οι δύο φταίτε. Είπε ουρλιάζοντας. Η Τζοβάνα, κόλλησε στα χείλια της, ένα μόνιμο χαμόγελο, ένα ίχνος χαμόγελου. Με τον τρόπο της, τον κοίταξε λοξά και ύστερα χάμω. - Ο χρόνος θα δείξει γιατί η μοίρα μας χτύπησε κατά αυτόν τον τρόπο! Και έγειρε το κεφάλι της. Οι διακοπές της οικογένειας Μπιρτό στην Σεβίλλη, έλαβε τέλος μετά από το τρομερό σκηνικό. Δεκαοχτώ χρονών και οι δυο τους, μα από εκείνη την ημέρα τα ίχνη τους χάθηκαν. Στην αρχή, αλληλογραφούσαν, στην πορεία όμως κόπηκε και αυτό. Μόλις το πήρε χαμπάρι ο πατέρας του Λεονάρ… Κλειστός άνθρωπος ο πατέρας του. Σπάνια φανέρωνε τις σκέψεις του. Γι’ αυτό ταίριαξε και με τον πατέρα του Χουά. Είχαν γνωριστεί σε ένα ταξίδι τους στην Αγγλία και από τότε έγιναν αχώριστοι φίλοι και με την σειρά τους τα παιδιά… και κάτι παραπάνω. Από εκεί και ύστερα, έχασαν κάθε επαφή! Ο πατέρας του Λεονάρ, ούτε καν άντεχε να εκτεθεί στα μάτια των άλλων. Έκρυβε μέσα του, την φλογίτσα της υποψίας. Προτιμούσε να μην ξέρει τίποτα, το θεωρούσε πιο φρόνιμο, πολύ πιο αναπαυτικό για τη συνείδησή του! Όσο για την μητέρα του Λεονάρ… ήταν τόσο τυλιγμένη και μπερδεμένη μέσα σε ένα αραχνοΰφαντο κουκούλι, με παραμορφωμένες αλήθειες, υπαινιγμούς, πλεκτάνες, φόβους… πού δε μπορούσε να ξεχωρίσει πια είναι η αλήθεια και πιο είναι το ψέμα.