Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

Διαβάστε το άρθρο μου, στην εφημερίδα: το βήμα της γυναίκας

Η εκπαίδευση των γυναικών στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα ΗΛΙΑΝΑ ΒΟΛΟΝΑΚΗ. Η εκπαίδευση των γυναικών δεν μπορεί να απομονωθεί από τις κυρίαρχες αντιλήψεις κάθε εποχής για την κοινωνική θέση και τον κοινωνικό ρόλο της γυναίκας.
Στη χώρα μας, σε όλο τον 19 ο αιώνα, η πατριαρχική οικογένεια περιόριζε τη γυναίκα στο σπίτι και σε καθήκοντα που χαρακτηρίζονταν αποκλειστικά γυναικεία, όπως η φροντίδα για το νοικοκυριό και η ανατροφή των παιδιών. Έτσι, η μη ένταξη της γυναίκας στη διαδικασία των παραγωγικών σχέσεων και οι απόψεις για τη «γυναικεία φύση» και τον «γυναικείο προορισμό» προσδιόρισαν τις μορφές της εκπαίδευσής της, η οποία είχε «συμβολική» λειτουργία και αποτελούσε έναν παράγοντα ενισχυτικό της προίκας της. Αντίθετα, η ανδρική εκπαίδευση είχε επαγγελματική και οικονομική λειτουργία και αποτελούσε το μέσο για την κατάκτηση του δημόσιου χώρου και τη δημιουργία ενός καλύτερου μέλλοντος. Το ελληνικό κράτος, αμέσως μετά την ίδρυσή του, 1830, προσπάθησε να καταπολεμήσει τις προλήψεις κατά της μόρφωσης που επιβίωναν από την περίοδο της Τουρκοκρατίας και έδωσε μεγάλη σημασία στην οργάνωση της εκπαίδευσης, καθώς αυτή αποτελούσε εγγύηση για ελευθερία και πρόοδο. Οι Έλληνες λόγιοι και παιδαγωγοί, επηρεασμένοι από τις ιδέες των Ευρωπαίων διαφωτιστών παιδαγωγών, πρόβαλαν την αναγκαιότητα της εκπαίδευσης των νέων και υποστήριξαν ιδιαίτερα την εκπαίδευση των κοριτσιών. Όμως, ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός δεν ξεπέρασε τις παραδοσιακές πατριαρχικές αντιλήψεις και συντήρησε την υποδεέστερη θέση των γυναικών, αποδίδοντας τα αίτια της γυναικείας υποτέλειας στη διαφορετική «φύση» και τον διαφορετικό «προορισμό» τους στη ζωή. Καθώς η γυναίκα διέθετε διαφορετικές αρετές, ηθική και προσωπικότητα από τον άνδρα, προοριζόταν για τους ρόλους της υποστηρικτικής συζύγου και ενάρετης μητέρας. Συνεπώς, η εκπαίδευσή της έπρεπε να έχει στόχο την ηθική συγκρότησή της και την προετοιμασία της για τη σωστή και αποτελεσματική άσκηση των μελλοντικών καθηκόντων της στο σπίτι και την οικογένεια. Κατά την καποδιστριακή περίοδο, πρώτη προτεραιότητα της εκπαιδευτικής πολιτικής ήταν η επέκταση, γενίκευση, και οργάνωση της στοιχειώδους εκπαίδευσης με τη λειτουργία μικτών αλληλοδιδακτικών σχολείων, τα οποία απέβλεπαν στην εθνική, θρησκευτική και κοινωνική αγωγή των νέων. Παράλληλα, έγινε αισθητή η ανάγκη για την εκπαίδευση των Ελληνίδων και διατυπώθηκαν απόψεις που υποστήριζαν ότι οι γυναίκες δεν έπρεπε να μείνουν εις παχυλήν αμάθειανγιατί από αυτές εξαρτιόταν η σωστή ανατροφή των παιδιών, η ευτυχία των ανδρών και η ευημερία της οικογένειας. Για να ανταποκριθούν λοιπόν καλύτερα στον κοινωνικό τους ρόλο, έπρεπε να γνωρίζουν τα στοιχειώδη γράμματα και συγχρόνως να αποκτήσουν μια ειδικότερη παιδεία, η οποία να καλλιεργεί τα «καθαρά και αυστηρά ήθη» και τις οικιακές αρετές που ταίριαζαν στις Ελληνίδες. Στην ανάπτυξη της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης των Ελληνίδων, σε σχολεία θηλέων αστικού περιβάλλοντος, συνέβαλαν τόσο οι ξένοι ιεραπόστολοι όσο και η ιδιωτική πρωτοβουλία. Ωστόσο, η συμμετοχή των κοριτσιών στα μικτά αλληλοδιδακτικά σχολεία της πρώτης βαθμίδας ήταν πολύ μικρή: στο 26,53% των σχολείων αυτών δεν φοιτούσαν καθόλου κορίτσια ενώ στο υπόλοιπο 75% η συμμετοχή των κοριτσιών δεν υπερέβαινε το 15%. Την ίδια εποχή, η φοίτηση των κοριτσιών ήταν αρκετά χαμηλή και στα μικτά Ελληνικά σχολεία. Λίγο αργότερα, μάλιστα, με την εκπαιδευτική νομοθεσία του βασιλιά Όθωνα, θεσμοθετήθηκαν από την Πολιτεία η στοιχειώδης εκπαίδευση των κοριτσιών και η εκπαίδευση της δασκάλας, ενώ δεν ελήφθη καμία πρόνοια για την Μέση-ανώτερη του δημοτικού σχολείου εκπαίδευση. Αντίθετα, θεσμοθετήθηκαν όλες οι βαθμίδες της εκπαίδευσης για το ανδρικό φύλο. Το άρθρο 58 του νομοθετικού διατάγματος της 6/18 Φεβρουαρίου 1834 για την οργάνωση των Δημοτικών σχολείων αναφερόταν στην αγωγή των κοριτσιών και όριζε: «Τα σχολεία των κορασίων, όπου τούτο είναι δυνατόν, πρέπει να είναι χωριστά από των παίδων, να προΐστανται δε αυτών διδασκάλισσαι». Για την εφαρμογή αυτού του άρθρου απαιτούνταν χωριστά κτίρια με προσωπικό γυναίκες, όμως όπου δεν υπήρχε οικονομική δυνατότητα ίδρυσης σχολείου θηλέων, τα κορίτσια φοιτούσαν στο ίδιο σχολείο με τα αγόρια. Στο ίδιο διάταγμα, εισήχθη, δε και η διαφοροποίηση του περιεχομένου σπουδών: «εις Κορασίων Σχολεία θέλει γίνεσθαι γύμνασις εις γυναικεία εργόχειρα». Έτσι, στα πρώτα αλληλοδιδακτικά σχολεία, οι μαθήτριες εκτός από την ανάγνωση, τη γραφή και την αριθμητική διδάσκονταν και τις «γυναικείες τέχνες»: τη ραπτική, το πλέξιμο και το κέντημα, δηλαδή μαθήματα που αναπαρήγαγαν τα στερεότυπα της εποχής και απέβλεπαν στην προετοιμασία των μαθητριών για το ρόλο της συζύγου και μητέρας. Ως το τέλος του 19 ου αιώνα τα ποσοστά φοίτησης των μαθητριών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση παρέμειναν σε πολύ χαμηλά επίπεδα, αν και η δημοτική εκπαίδευση ήταν υποχρεωτική από το 1834. Σύμφωνα με την απογραφή του 1879, μάλιστα, ο αναλφαβητισμός των γυναικών ανερχόταν στο 93% και υπήρχαν αρκετοί δήμοι της χώρας στους οποίους καμία γυναίκα δεν ήξερε γράμματα. Ανασταλτικοί παράγοντες για τη φοίτηση των κοριτσιών στη δημοτική εκπαίδευση ήταν: η απαγόρευση της συνεκπαίδευσης των δύο φύλων που θεσμοθετήθηκε το 1852. η έλλειψη σχολείων θηλέων στις αγροτικές περιοχές, καθώς οι μικρές κοινότητες δεν μπορούσαν να συντηρήσουν δεύτερο σχολείο. οι αντιλήψεις και οι προκαταλήψεις του λαού τόσο για τους ρόλους όσο και για την αναγκαιότητα της γυναικείας εκπαίδευσης.