Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

όπως κάθε χρόνο, έτσι και τώρα, σας καταθέτω ένα κομμάτι από το βαλς των ανέμων!

Σημείωση 1. Γεννήθηκε για να πολεμάει. Το μέρος όπου την έφεραν στον κόσμο... πλούσιο, προικισμένο. Ταίριαζε απόλυτα με το όνομά της! Κασσάνδρα! Μυστικά και εμπειρίες που φανέρωσε εκείνη την βραδιά του Οκτώβρη. Έκλαιγε απαρηγόρητα ο Θεός και το στέρνο της ζητούσε μια συγχώρεση. Δεν ήξερε πότε θα στερέψουν τα μάτια της από το πέρασμα των χρόνων! Της έλειπε, η Σμύρνη και ας μην ήθελε να το παραδεχτεί.
Ώρες ώρες έκλαιγε στο κήπο και όταν την πλησιάζαμε... Ένα σκουπίδι είχε μπει στα μάτια της και την ενοχλούσε. Η κληρονομιά που άφησε πίσω της, δε εκφράζεται με λόγια, αλλά ούτε και με σημειώσεις, γράμματα, μορφασμούς. Ένιωθε μόνη... κι ας είχε γύρω της ανθρώπους να την αγαπούν. Ξεριζώθηκε από την ίδια της, την πατρίδα και ήρθε άγνωστη μέσα στο πλήθος να επιζήσει, να γιατρέψει τις πληγές που αναμφίβολα έσβησαν από το κορμί της. Το βλέμμα της, δεν ήταν όπως παλιά. Σκληρό και μαθημένο να αντέχει στα δύσκολα. Κι όταν είδε τον χρόνο της να στερεύει, άνοιξε τα εσώψυχά της και εξομολογήθηκε όσα χρειάζονταν να μαθευτούν! Έπειτα; Θα έκλεινε τα μάτια της, έχοντας πολύ δρόμο εμπρός της... Τον δρόμο για τον ευτυχή παράδεισο! 1. Χτενίστηκε, έπλυνε τα δόντια της, ντύθηκε και κοιτάχτηκε στον καθρέπτη. Δεκαεπτά χρονών κορίτσι γινόταν εκείνη την ημέρα, η Κασσάνδρα! Καστανόξανθη, με τα μαλλιά της να πέφτουν απαλά στην ράχη της και να τα κάνει τις περισσότερες φορές πλεκτή κοτσίδα. Τα μάτια της καστανά.... αθώα, αγνά. Φώτιζαν το άσπρο της δέρμα. Λυγερόκορμη κι όταν περπατούσε αναστέναζαν οι μαχαλάδες. Στα σφυρίγματα; Ούτε που γυρνούσε το κεφάλι της. Το μυαλό της ήταν αλλού! Στο διπλανό παραθύρι. Δε το ήθελε! Έβγαινε από μέσα της, χωρίς να το επιζητά. Ένα αίσθημα που δεν άφηνε κανέναν να το ψάξει, εκτός από την εξαδέλφη της, την Βασιλική. Δεμένες από παιδιά, στην ίδια ηλικία, μοιράζονταν τα πάντα. Χαμογέλασε. Έφτιαξε τα μαλλιά της- όπως συνήθως- και βγήκε στον κήπο. Έψαξε με το βλέμμα της, την Βασιλική. Ξανθιά, με την ψηλή και λεπτή κορμοστασιά της και το πλούσιο στήθος της, ανατάραζε τα σωθικά των ανδρών στο διάβα της! Χαμογελούσε εύκολα και έπαιζε τακτικά τα ματόκλαδά της, σε αντίθεση με την εξαδέλφη της. Γινόταν παραχρήμα αποδεκτή στο κόσμο, μα εκείνη προτιμούσε να βρίσκεται σπίτι της και να διαβάζει. Να κάνει όνειρα! Την είδε, να διαβάζει και την πλησίασε. Δε την είχε πάρει χαμπάρι. Διάβαζε σιωπηλή, ταξίδευε στα όνειρα του μυαλού της. Ο πρίγκιπας θα ερχόταν και σε εκείνη! Αν, όμως, καθυστερούσε; Μπορεί να τον φανταζόταν.... ξανθό, με γαλανά μάτια, αλλά, δεν είχε σκοπό να παντρευτεί σε τόση μικρή ηλικία. Ήθελε να σπουδάσει, να μάθει γράμματα. Να γίνει δασκάλα. Μα οι δικοί της, είχαν άλλη άποψη. Ακούτε μωρέ πράματα; Που ξανακούστηκε γυναίκα πράμα, να δουλεύει; Η κόρη μου, θα παντρευτεί αυτόν που θα διαλέξω εγώ! Πεπαιδευμένος και να έχει και το κάτι τις του! Έλεγε και αποσιωπούσε. Κι, έτσι, το όνειρό της γκρεμίζονταν! Μα είχε πάρει την απόφαση της! Θα έπαιρνε τις οικονομίες της και θα τραβούσε για όπου την έβγαζε ο ορίζοντας! Όταν, μάλιστα, η Κασσάνδρα την είχε ρωτήσει: Τι θα γίνω, χωρίς εσένα; Η απάντηση, ήταν η εξής: Θα έρθεις και εσύ μαζί μου, Κασσάνδρα! Αντάμα, θα ξεκινήσουμε την ζωή μας! Η άλλη; Αναστέναζε και απαντούσε: Μα που να πάμε, βρε, Βασιλική μου; Σμυρνιές, είμαστε! Εδώ, γεννηθήκαμε και εδώ θα πεθάνουμε! Δε αφήνω εγώ τον τόπο μου! Κάπου, εκεί, σταματούσε η συζήτηση. Η ψυχή της Κασσάνδρας, ονειρεύονταν μόνο τον τόπο της και το αγόρι στο διπλανό παραθύρι. Είχε, κάποτε την ελπίδα, πως θα τον έκανε δικό της! Πέρα από νόμους, κανόνες και πολιτική. Η καρδιά άλλωστε δεν γνωρίζει από τέτοια! Προχώρησε ίσα και την άγγιξε στην πλάτη. Τρόμαξε. Σήκωσε το βλέμμα και φάνηκε μια λάμψη στο πρόσωπό της. Χαμογέλασε από αμηχανία. Κάθισε δίπλα της, και πήρε το βιβλίο ακουμπώντας το, στο τραπέζι. - Βασιλική... έχω ένα σφίξιμο μέσα στα στήθη. - Φταίει… που σήμερα γίνεσαι δεκαεπτά! - Όχι... κάτι άλλο φταίει. Ένας κόμπος, εδώ μέσα δεμένος και δεν μπορώ να αναπνεύσω. Είπε κι έδειξε το στήθος της. - Ιδέα σου είναι... - Η ζωή, ξαδέλφη, δεν είναι σαν τα βιβλία που διαβάζεις! Κατάλαβε το! - Τι σου συμβαίνει, Χριστιανή μου; Ο... Σταμάτησε, εκεί, τη φράση της. - Μην πεις το όνομά του... Σκέψου… τι θα γίνει, εάν, το ακούσει, ο πατέρας μου; Την διέταξε και της βούλωσε το στόμα, με την παλάμη της. - Σα να’ χεις δίκιο, Κασσάνδρα μου! Ψέλλισε και η άλλη και έδιωξε την παλάμη από το στόμα της, παίρνοντας βαθιά ανάσα. Οι σκέψεις της; Ένα μπερδεμένο κουβάρι. Ούτε που φαντάζονταν, όταν ήρθε σε ετούτο τον κόσμο, το άθυρμα που της έπαιζαν οι μοίρες της. Η σάρκα της; Τον επιζητούσε. Τον ονειρεύονταν τα βράδια στον ύπνο της, τις ώρες που περπατούσε στα σοκάκια της Σμύρνης, την ώρα που το αεράκι, άνοιγε το παραθύρι του και περίμενε, έστω μια συνάντηση μαζί του. Όμως, η φιγούρα του Νουρί, έλειπε. Όλο, έλειπε… Δούλευε στα χωράφια του πατέρα του, για να ζήσει τον εαυτό του και την μάνα του. Ο πατέρας του, τους είχε αφήσει, πριν έξι χρόνια. Δεκαεννιά χρονών αγόρι, ο Νουρί, ανέλαβε βαριές ευθύνες. Τα βράδια; Γυρνούσε κουρασμένος, έτρωγε και ξάπλωνε. Τα μάτια του σφάλιζαν μεμιάς και τα όνειρα έπαιρναν την θέση τους. Άνδρας πια... με λεφτά, έκλεβε την Κασσάνδρα, πάνω σε άσπρο άλογο και εξαφανίζονταν. Κωνσταντινούπολη, Αίγυπτο... Όπου τους έβγαζε η μοίρα, ή αλλιώς, το κισμέτ, όπως λένε, οι Τούρκοι. Γεννήθηκαν την εποχή που δεν έπρεπε! Έκλειναν τα μάτια και ονειροπολούσαν τις ελπίδες τους, τα χαμένα νιάτα τους- που κανείς δεν ένιωσε- κι ας, ήταν απλά ένα χαμένο μετάλλιο σε κάποιους αγώνες της ζωής. Ό,τι λάμπει, δεν είναι χρυσός! Όπως, συνήθιζε, να λέει. Είναι όμορφο, να κλαις, να δακρύζεις, για κάποιον και εκείνος; Να το δέχεται. Να μην νιώθεις φόβο. Είναι όμορφο συναίσθημα, να νομίζεις… ότι θα σου φύγει και θα τρέχεις μήπως και προφθάσεις μα δυστυχώς, κρύβεται στο ζόφος, πίσω από την απελπισία των ανθρώπων. Απόσωνε τη σκέψη του. Όταν, την ρωτούσα για την ζωή της, πάντα μου μιλούσε με τον καλύτερο τρόπο... χωρίς να αναφέρει την ιστορία της Σμύρνης κι όταν έριχνα τα δίχτυα μου, προς τα εκεί, σκούριαζε και έλεγε: Όταν μεγαλώσεις σε μια κοινωνία με τα θέλω και τα πιστεύω των άλλων, τότε χρειάζεται να θρέψεις μέσα σου δύναμη για να αντέξεις τις κακουχίες και τον ξεριζωμό, που ένιωσα, εγώ, στο παρελθόν. Ποτέ μην θλίψεις την ψυχή σου, για ανούσια πράματα. Κάθε μέρα, να παρακαλάς το Θεό, να σου δίδει χέρι βοηθείας. Η ζωή, έχει άσχημα πράματα, βρομιές και ελάχιστες καλοσύνες. Δε ξέρεις από πόλεμο... δεν έχεις μάθει από λαβωμένο έρωτα... Γι’ αυτό, λες, ό,τι κατεβαίνει στην κεφάλα σου! Σταματούσε την αφήγησή της και έχωνε το κεφάλι της, σε ένα Σμυρναίικο βιβλίο. Το είχε αγοράσει, γύρω στα έξι με επτά χρόνια και δεν έλεγε, να το αφήσει. Σαν κειμήλιο το κρατούσε κι όποιος προσπαθούσε να τρυπώσει το χέρι του στο συρτάρι όπου το είχε καταχωνιασμένο, τον χτυπούσε με το μπαστούνι της και του έλεγε εκνευρισμένη: Εδώ, μέσα, βρίσκεται κατοχυρωμένη η ιστορία της πατρίδας μου, των ιερών χωμάτων που πάτησαν οι καταραμένοι Τούρκοι και λεηλάτησαν. Μην αγγίζεται και το λερώσετε με τα χέρια σας! Έβριζε τους Τούρκους, ενώ είχε αγαπήσει Τούρκο! Και τι μ’ αυτό; Η ψυχή της, από τη στιγμή που την έφραξαν με τις λεηλασίες τους και το διωγμό, ξέχασε ακόμη και τον Νουρί. Έτσι, τουλάχιστον, ισχυρίζονταν! Την λάτρευα, έστω, κι αν, δεν με άφηνε να διεισδύσω στα μυστικά της και να αφουγκραστώ όσα δεν μοιραζόταν, ούτε με την ψυχή της, αφότου, πέθανε η αγαπημένη της εξαδέλφη. Ως τη βραδιά, που μου άνοιξε διάπλατα τα στήθη της και με έκρυψε μέσα της. Είχε, κάτι, να μου εξομολογηθεί. Βρήκε το κουράγιο- των δεκαεπτά χρόνων- και έβγαλε, όλα όσα της γέμιζαν με μαχαιρώματα τα σωθικά. Θα μιλήσω εγγόνα μου... ήρθε ο καιρός, να αφουγκραστείς και εσύ, τα πληγωμένα μου φτερά. Αξίζει, να μάθεις, από που κρατά η σκούφια σου! Γιατί Σμυρνιά, είσαι κι εσύ, και μην το ξεχνάς ποτέ! Της επεσήμαινε και την φυλάκιζε στα χέρια της. Καθισμένες, λοιπόν, στον κήπο, αφοσιωμένες στη συζήτησή τους, δεν άκουσαν τον πατέρα της Κασσάνδρας που εισέβαλε στο χώρο, απρόσκλητος, κρατώντας στα χέρια του σακούλες με ψώνια. Ανάλγητος άνθρωπος, πάντα ήθελε να περνάει το δικό του. Ψηλός, με μελιά μάτια, καστανόξανθα μαλλιά, σαν της Κασσάνδρας, με άσπρο πρόσωπο και με μια ελιά στο δεξί μάγουλο, που σε ανατρίχιαζε και φοβόσουν να του μιλήσεις. Χονδροκομμένος, με παραπανίσια κιλά, που εκτός, από το φαγητό, τη δουλειά και την οικογένειά του, τον ενδιέφερε, να μην ασχολούνται, οι Τούρκοι με την ζωή του. Μπορεί να είχε συναλλαγές μαζί τους, να τους καλημέριζε, να ζούσε μαζί τους, αλλά, ως εκεί. Αν, κάποιος, πλησίαζε, έστω, και από μακριά, την οικογένειά του, βάζοντάς την σε κίνδυνο, πρώτος θα έβγαζε την καραμπίνα από την αποθήκη και θα του’ ρίχνε. Ασχολούνταν κυρίως με την εξαγωγή του βαμβακιού και θεωρούνταν ένας από τους πιο πλούσιους στη Σμύρνη! Είχαν, να το λένε, οι Σμυρνιοί, για τα λεφτά που χαλούσε στα γλέντια και στις χαρές! Η Σμύρνη θεωρούνταν μία από τις μεγαλύτερες και τις πιο εφημερεύουσες πόλεις. Προικισμένη με ένα μεγάλο- φυσικό λιμάνι και βρισκόμενη στη μέση του Αιγαίου αρχιπελάγους, ήταν η ιδανικότερη πόλη για μια εμπορική δραστηριότητα. Χειρίζονταν το μεγαλύτερο όγκο εμπορίου, στις εισαγωγές και στις εξαγωγές, μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Ευρώπης, προς τη Δύση και την Περσία και από την Άπω Ανατολή. Κυριαρχούσε στους εμπορικούς δρόμους από ξηρά και θάλασσα! Η εμπορική της ανάπτυξη έγινε ιδιαίτερα έντονη προς το τέλος του 18 ου αιώνα και στις αρχές του 19 ου αιώνα. Η εμπορική κυριαρχία της ήταν αισθητή και ως προς την ποσότητα των αγαθών που διακινούνταν, ως προς την πυκνότητα των δυτικών και οθωμανικών εμπορικών δικτύων που προέρχονταν από το λιμάνι και από τον όγκο επιχειρησιακών συναλλαγών που πραγματοποιούνταν από τα δίκτυα αυτά. Επιπλέον, εθεωρείτο ένα σημαντικό διατραπεζικό κέντρο για την περιοχή και είχε ενεργό ρόλο στα οικονομικά ζητήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αναλάμβανε σειρά οικονομικών δραστηριοτήτων, που ήταν ζωτικές στο διεθνές εμπόριο, καθώς και την οικονομική λειτουργία της περιοχής και την αλληλεπίδραση με άλλα ευρωπαϊκά οικονομικά κέντρα, όπως το Λονδίνο, η Μασσαλία και το Άμστερνταμ. Αποτέλεσμα αυτού; Η Σμύρνη να παίξει το ρόλο της στην ενσωμάτωση της ανατολικής Μεσογείου στη διεθνή αγορά. Οι περσοθωμανικοί πόλεμοι στο τέλος του 16 ου αιώνα με αρχές 17 ου αιώνα, της έδωσαν ως πλεονέκτημα, ανοίγοντας νέους ορίζοντες στο εμπόριο. Το αποτέλεσμα αυτών των πολέμων, ήταν οι έμποροι του περσικού μεταξιού να εγκαταλείψουν το Χαλέπι, για όσο διαρκούσε ο πόλεμος και να κάνουν την πόλη ως τη σημαντικότερη διέξοδο. Με αποτέλεσμα να έχει μεγάλη ζήτηση στις ευρωπαϊκές αγορές! Επίσης ένας άλλος σπουδαίος παράγοντας που στόχευε στην ασφάλεια της ενδοχώρας των μεγάλων αστικών κέντρων της αυτοκρατορίας, ήταν η γειτνίαση της πόλης με την Κωνσταντινούπολη, που εγγυούταν την τελεσφόρηση, γιατί επέτρεπε στους εμπόρους καραβανιών, μεγάλων και μικρών αποστάσεων από την Ανατολή, να φθάνουν στις αγορές της Σμύρνης, φέρνοντας τα προϊόντα τους τα οποία ανταλλάσσονταν με εμπορεύματα από τη Δύση, τα οποία είχαν φθάσει στη Σμύρνη δια μέσο θαλάσσης. Η Σμύρνη χρησιμοποιούσε αυτόν τον παράγοντα για να δημιουργήσει εμπορικά δίκτυα στο εσωτερικό της Ανατολίας. Αυτό ήταν και το πρώτο της βήμα για την τελική απόκτηση των πιο εκτεταμένων εμπορικών δικτύων στο ηπειρώτικο τμήμα της αυτοκρατορίας και κατά μήκος των ακτών στην ανατολική και σε ένα βαθμό στην Δυτική Μεσόγειο. Άλλα σημαντικά προϊόντα, εκτός από το περσικό μετάξι, ήταν οι ίνες από μαλλί μοχέρ από την Άγκυρα καθώς και το μετάξι από την Προύσα. Και η Άγκυρα αλλά και η Προύσα, ήταν σε βολική θέση από την πόλη- λιμάνι. Ακόμα και την εποχή όπου οι συγκοινωνίες ήταν ακόμα δύσκολες και οι αποστάσεις αποτελούσαν πρόβλημα, η δυνατότητα προσέγγισης στην ηπειρωτική περιοχή της Σμύρνης, ένα τρίτο προϊόν, το βαμβάκι, θεωρούνταν ακόμα πιο σπουδαίο από τα άλλα προϊόντα. Γιατί στο δεύτερο μισό του 18 ου αιώνα η εξαγωγή του βαμβακιού και του νήματος από την Σμύρνη, της έδωσε την ευκαιρία να σταθεροποιηθεί και να λάβει την πρώτη θέση στο διεθνές εμπόριο της ανατολικής Μεσογείου. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για την ανάπτυξη εμπορίου βαμβακιού στην Σμύρνη. Παραγόμενο στις γύρω περιοχές, δεν είχε τα προβλήματα και το κόστος μεταφοράς που επιβάρυναν στο μάλλινο νήμα ή στο μετάξι μέχρι να φθάσουν στο λιμάνι. Αντίθετα, το βαμβάκι και το βαμβακερό νήμα χρησιμοποιούνταν σε μεγάλη κλίμακα στην παραγωγή πιο προσιτών υφασμάτων. Ήταν το κλειδί στον τρόπο όπου διεξάγονταν το εμπόριο στη Ζάκυνθο, διότι τα μετρητά ήταν περιορισμένα κατά καιρούς στην οθωμανική και στις ευρωπαϊκές οικονομίες του 18 ου αιώνα και η ανταλλαγή ειδών ήταν ένας δημοφιλής τρόπος συναλλαγών. Και η πιο κερδοφόρα ανταλλαγή ήταν το βαμβάκι της Ανατολίας όπου ανταλλάσσονταν με τα ευρωπαϊκά υφάσματα! Αυτού του είδους τη δουλειά έκανε και ο πατέρας της Κασσάνδρας! Τον βοήθησε και η ανάπτυξη της υφαντουργικής βιομηχανίας στη Γαλλία κατά τον 18ο αιώνα, - όπως και στην υπόλοιπη δυτική Ευρώπη- όπου χρειάζονταν όλο και μεγαλύτερες ποσότητες πρώτης ύλης για την παραγωγή υφάσματος. Η Σμύρνη, μπορούσε να παράσχει και τα δύο! Μέσω των δυνατοτήτων της στην ξηρά και των δυνατοτήτων στην θάλασσα, η πόλη, συγκέντρωνε και εξήγε στις μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές βαμβάκι, νήμα, μετάξι, μάλλινο νήμα και μαλλί. Ο πατέρας της είχε βρει το κόλπο και το έδινε στην μικρότερη τιμή. Με αποτέλεσμα να δίνει συνεχώς και να γίνει δαψιλής από την μια στιγμή στην άλλη! Βέβαια εμπορεύονταν σιτάρι, ελαιόλαδο και ξερά φρούτα, καθώς επίσης εισαγόμενα και διανεμόμενα σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο και στις αγορές της Περσίας και της Ανατολίας, υφάσματα από τη Δύση, αλλά και προϊόντα που έρχονταν από την Ευρώπη, όπως ζάχαρη και χρωστικές ουσίες- λουλακί, καρμίνι. Τον πατέρα, της Κασσάνδρας, τον βοήθησαν και οι Δυτικοευρωπαίοι όπου ήξεραν την διεθνή αγορά καλύτερα από τους ντόπιους και διέθεταν μεγάλα κεφάλαια στις επιχειρήσεις! Μάλιστα διέθεταν τα πιο αξιόπιστα και τα πιο αποτελεσματικά πλοία για μακρινά ταξίδια. Είχε νοικιάσει ένα από αυτά τα πλοία, πληρώνοντάς τους τον κατάλληλο φόρο και έχοντας ανθρώπους στη δούλεψή του, τους έστελνε ταξίδια στην βιομηχανία της Γαλλίας, προκειμένου να δώσουν στην συμφωνημένη τιμή το βαμβάκι και να επιστρέψουν στην κοιτίδα τους. Τα χρήματα που έπαιρναν τους αρκούσαν για να περάσουν τις μέρες τους καθώς και με τις οικογένειές του! Όσον δε αφορά τη συναλλαγή των χρημάτων, ο Φανούρης, ο πατέρας της, επειδή δεν εμπιστεύονταν κανέναν, δέχονταν στο σπίτι του τον Γάλλο Ζαν, φέρνοντάς του τα χρήματα και φιλοξενώντας τον δυο- τρεις μέρες στο σπίτι του. Είχαν και το έλεγαν στη Σμύρνη! Μα ποτέ μπροστά του! εκείνον έμαθε τις ελάχιστες γαλλικές λέξεις, η Κασσάνδρα! Bonjour: καλημέρα, Bonne nuit, bonsoir: καληνύχτα, bon soir: καλησπέρα, bien, comme il faut: είσαι καλά, και για το πληθυντικό: les biens, bon sens..., Rire: γελώ, santé, portez- vous bien: γεια, demander: ζητώ, chercher: ψάχνω, jeune fille: κοπέλα, je m’ appelle: ονομάζομαι, je voudrais: θα ήθελα. Καμιά εβδομηνταριά χρόνων, κοντός, ξανθός, με μπλε μάτια. Είχε βρει στρωμένη δουλειά από τον πατέρα του! Μοναχοπαίδι, άνοιξε την πόρτα του και βρέθηκε προς ένα χρυσωρυχείο! Ελληνικά, είχε μάθει από τον Φανούρη. Του άρεσε, η Ελληνική γλώσσα, καθώς και η Κασσάνδρα. Το βλέμμα του, ανατρίχιαζε ολόκληρο, καθώς την αντίκριζε! Θύμα της γοητείας της και ο Ζαν… Όταν, ο Νουρί, τον έβλεπε, να έρχεται, τρελαίνονταν και ήθελε, να τον αρπάξει από το λαιμό και να τον πνίξει. Μα συγκρατιόταν! Για το καλό όλων! Ο Ζαν ήταν και ο λόγος όπου ο Φανούρης επέστρεψε στο σπίτι του με τόσα ψώνια! Το συνήθιζε, αλλά εκείνη την ημέρα, το είχε παρακάνει! Κόρη μου... να μας ζήσεις! Να σε χαιρόμαστε, σαν τα ψηλά βουνά και να δεις, τι σου ετοιμάζει, ο πατέρας σου! Έλεγε και χαμογελούσε, καθώς, κατευθύνονταν στο εσωτερικό του σπιτιού. Μόλις, ο Φανούρης, μπήκε μέσα, η Βασιλική, χωρίς να το καταλάβει, έριξε με τον αγκώνα της, την γλάστρα με τον βασιλικό, που εξαιτίας του, ευωδίαζε η γειτονιά. Χίλια κομμάτια, έγινε η γλάστρα, αλλά, ο βασιλικός, δεν έπαθε τίποτα.