Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013








Διαβάστε το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου μου, όταν πονάει μια ψυχή

Η αληθινή αγάπη δε συνίσταται
στο να προσπαθούμε
 να διορθώσουμε τους άλλους,
αλλά στο να αισθανόμαστε χαρά
που τα πράγματα
είναι καλύτερα απ' ότι περιμέναμε.

PAULO COELHO

I

Η πόλη άναψε τα φώτα της και φεύγει με ένα τρενάκι λούνα παρκ στο πουθενά, σαν το κορμί σου πού από τα χέρια μου ξεφεύγει κι αναζητά σε ξένα χέρια τη χαρά. Δημήτρης Μητροπάνος! Της το είχε αφιερώσει ο Άρης, όταν έδωσαν το πρώτο τους φιλί. Ένιωθε τόσο ευτυχισμένη! Καθισμένη στο παγκάκι του λούνα παρκ, εκεί πού είχαν γνωριστεί επτά χρόνια, πριν.
Τώρα;
Ένιωθε, μόνη!
Έκλεισε τα βλέφαρα και έσφιξε τις γροθιές της. Όχι, άλλα λάθη! Ψέλλισε και δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της. Με αγαπάει κι εξάλλου, έχει καλή δουλειά. Γιατρός! Έλεγε στη μάνα της, την απόφασή της. Αχ! Ψέλλισε την ώρα πού έπεσε πάνω της- καταλάθος- μια μπάλα ποδοσφαίρου. Συγγνώμη, σας χτύπησα; Εμφανίστηκε, μπροστά της, ένας μελαχρινός άνδρας. Δεν του απάντησε. Άφησε το βλέμμα της, να περιπλανηθεί στο κορμί του.
- Είστε καλά; Της είπε και κάθισε δίπλα της. Μάριε, πήγαινε, να παίξεις με τα άλλα παιδιά! Διέταξε το παιδί πού κοιτούσε τρομαγμένο. Να, πάρε, τη μπάλα. Την πέταξε, προς το μέρος του και εκείνο; Έφυγε, χαμογελαστό. Είστε καλά; Ξαναρώτησε.
- Με συγχωρείτε, ήμουν απορροφημένη στις σκέψεις μου και δεν σας άκουσα! Δικαιολογήθηκε.
- Σκέψεις; Σας βασανίζουν;
- Θέλω… να κλάψω… Δεν έχω τη δύναμη… Αναστέναξε.
- Δύναμη; Για ποιο πράγμα; Την ρώτησε και την χάιδεψε στα μαλλιά.
- Να κλείσω το λογαριασμό μου, με το Θεό! Τον κοίταξε και δάγκωσε τα χείλη.
- Κανείς λογαριασμός, δεν κλείνει! Ακόμα, κι όταν πεθάνουμε, πλανιόμαστε και σώζουμε ζωές! Συνέχισε, να την χαϊδεύει στα μαλλιά.
- Δεν σας συστήθηκα, συγγνώμη. Μελίνα. Ταράχτηκε και έντεινε το χέρι της, για χειραψία.
- Δήμος Μιμέκης. Διευθυντής στην εταιρία Μελεντίδη. Ανταπέδωσε, τη χειραψία.
- Έτσι, συνηθίζετε, εσείς; Πάνω από όλα, βάζετε το επάγγελμά σας; Γέλασε με την ψυχή της.
- Είδατε; Σας έκανα και γελάσατε! Γέλασε κι εκείνος.
- Ο μικρός; Γιος σας; Τον ρώτησε, αλλάζοντας την κατεύθυνση της συζήτησης.
- Ανιψιός μου! Της είπε ψέματα! Του άρεσε, ήθελε να την κερδίσει. Γι’ αυτόν οι γυναίκες ήταν παιχνίδια- θηλυκά.
- Σας μοιάζει, όμως, εκπληκτικά! Του δήλωσε.
Μα δεν πρόλαβε, να πάρει απάντηση! Έπιασε βροχή! Άρχισε και η Μελίνα, να κλαίει. Ο Δήμος, προσπάθησε, να την αγγίξει, αλλά τον έσπρωξε. Σηκώθηκε, όρθια, τον κοίταξε, χτένισε τα βρεγμένα μαλλιά της και αναστέναξε. Είχε τόση ανάγκη αυτή τη καταιγίδα! Θα σε περιμένω, αύριο, εδώ,  στις πέντε το απόγευμα! Σε αυτό το παγκάκι! Της ζήτησε και την έπιασε από το χέρι.
Δεν του απάντησε. Γιατί; Φοβόταν! Είχε, να αντιμετωπίσει, τόσα θηρία! Τους γονείς της, τον αδερφό της, τον Άρη! Έλα, βρε, μάνα, χάρη, έκανε στον Μελέτη, ο Άρης και τον πήρε στη κλινική! Της θύμιζε, κάθε τόσο, της μάνας της.  Έτσι, απέκτησε κύρος, το παλικάρι μας! Μην τυχόν και τον χωρίσεις! Με ακούς; Αντίθετη, η μάνα της, στην ιδέα του χωρισμού! Ακόμα, κι όταν, έμαθε πώς ο Άρης είναι πιότης.
Σήκωσε ψηλά το κεφάλι και κοίταξε τον ουρανό. Ήθελε, να μιλήσει, με το Θεό, αλλά το μετάνιωσε. Κατέβασε το κεφάλι και συνέχισε το βήμα της. Δίπλα της, πέρασε ένα αμάξι και την έκανε μούσκεμα. Δεν βλέπεις, κοπέλα μου; Ακούστηκε, η φωνή, μιας γυναίκας. Συγγνώμη. Της απάντησε. Μόνο; Τρελάθηκες; Που πας μέσα στη βροχή; Έγινες μούσκεμα. Μπες, μέσα! Της είπε και άνοιξε τη πόρτα του συνοδηγού. Θα σας μουσκέψω το κάθισμα, αφήστε το. Έκανε, να φύγει, μα τη σταμάτησε, η οδηγός, καθώς βγήκε από το αμάξι της. Κοίτα, έγινα κι εγώ μούσκεμα! Τίναζε το σώμα της, καθώς έπεφτε το νερό πάνω της.
Τρελαθήκατε, κυρία Τζέσικα Τζίδη; Θα αρρωστήσετε. Την αναγνώρισε, αμέσως! Ακόμα και οι διάσημοι έχουν ανάγκες! Είπε και χόρευε. Δεν το πιστεύω! Έχω διαβάσει όλα τα βιβλία σας. Είμαι θαυμάστριά σας! Φώναζε γεμάτη χαρά, η Μελίνα. Έλα, να χορέψουμε, μην μου χαλάς το χατίρι! Την έπιασε από τα χέρια, χόρευαν και για μια στιγμή, από το μυαλό της, έφυγε, ο Άρης.
Πέρασε μισή ώρα, έτσι, μέχρι τη στιγμή, πού αποφάσισαν, να φύγουν. Σε ευχαριστώ, πού με έκανες και γέλασα! Πάμε, σπίτι μου; Κερνάω καφέ. Όσο για τα ρούχα, μην σε νοιάζει. Θα σου δώσω, δικά μου! Μπήκε στο αμάξι και έβαλε μπρος τη μηχανή. Έχω κι εγώ την ανάγκη, να μιλήσω με κάποιον, να τον συμβουλευτώ. Τόλμησε και ξεστόμισε, τη στιγμή πού έκλεινε τη πόρτα του συνοδηγού. Το ίδιο, γλυκιά μου, το ίδιο… Ήταν η απάντηση της Τζέσικας, πού πνίγονταν πια, σε εκείνο το πελώριο σπίτι.
Τι ζητούσαν, οι ψυχές τους; Ένα διάλλειμα... να ζήσουν, έστω και για λίγο, μια παράλληλη ζωή όπου η μία θα  επιδρά στην άλλη, χωρίς όμως να την αγγίζει. Σαν τα παιχνίδια του λούνα παρκ, πού γεύεσαι τα ίδια αισθήματα χαράς, τρόμου- ανάλογα τι θα δοκιμάσεις να σε ψυχαγωγήσει- και έχεις έναν κοινό σκοπό με τόσους άλλους ανθρώπους: να περάσεις όμορφα!
Αυτό εξάλλου, είναι κι η μαγεία της ζωής ή αν θέλετε το αλατοπίπερο της!