Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Η παρουσίασή μου στη Λάρισα

Τολμώ να πώ... πώς ήταν η πρώτη φορά πού παραβρέθηκα στη Λάρισα... 
Η επικοινωνία μου, 
Με τους ανθρώπους της, ήταν σημαντική, για εμένα! Η αγάπη, πού μου έδειξαν… τα χειροκροτήματά τους, τόσο ζεστά, μου έδωσαν δύναμη, να συνεχίσω…
Η βιβλιοπαρουσίαση του βιβλίου μου- το κέντημα του δράκου- πήρε σάρκα και οστά, από όλους, όταν η συζήτηση μεταφέρθηκε στα προβλήματα των ανθρώπων. Όσοι έχετε διαβάσει το βιβλίο, θα έχετε αμέσως αντιληφθεί, τι ακριβώς εννοώ!
Καταρχήν, να ευχαριστήσω όσους μίλησαν για εμένα και το βιβλίο μου, αλλά και όλους εσάς πού παραβρεθήκατε σε αυτό το χώρο.















H ηρωίδα... η Σεμέντα μου!
Μια κοπέλα… η οποία μάλιστα ήρθε αντιμέτωπη με το φόβο της αδελφικής αγάπης...
Πόσα στίγματα, λοιπόν;
 Ορφανή από πατέρα και με μια  μάνα, να φιλοξενείται από τον αδερφό της, πανδρεμένος κι εκείνος με μια στριμμένη- όπως συνήθιζε να λέει η Σεμέντα. Ήταν αξιαγάπητο παιδί, έτρεχε για όλους. Δεν αντιμιλούσε σε κανέναν. Δεν τολμούσε καν να κοιτάξει κάποιον στα μάτια. Ο νους της ήταν στον Ρουστίκο Καλογλού. Τον θαύμαζε, άκουγε τις μελωδίες του και ονειροπολούσε.
Έβαζε την κασέτα με την μουσική του και την άκουγε ολημερίς και ολονυχτίς. Φώναζε η θεία της, να στρώσει τραπέζι, να καθαρίσει το σπίτι, να ταΐσει την μικρή- έμοιαζε με το παραμύθι της Σταχτοπούτας- και εκείνη όλο γλιστρούσε. Κλεινόταν στην κάμαρή της και ένιωθε πώς βρίσκεται στο πλάι της, ο Ρουστίκος.
Έναν διάσημο πιανίστα πού επιστρέφει στη Πρίγκηπο, με απώτερο σκοπό να συναντήσει τη μητέρα του, η οποία μένει ακόμη με τον αδερφό της, γνωστό εισοδηματία. Πιστεύει πώς ο έρωτας είναι απλά ένα ψέμα, ένα κατασκεύασμα της φαντασιοπληξίας του ανθρώπου, ώστε να προσφέρει λίγες περιπλανητικές ορέξεις στην μίζερη ζωή του.
Οι αναμνήσεις του νεκρού πατέρα στις τουαλέτες της φυλακής, ξαλαφρώνει, σχολιάζει… δίνει υπόσχεση στο Θεό, να μην αποκαλυφθεί το μυστικό πού έχει φωλιάσει στις ψυχές…

Δεν ξέρω τι νόημα έχει να κάνεις βιβλίο μια γυναίκα που οι καταστάσεις την πήγαιναν πάντα όπου ήθελαν, ενώ εκείνη υπήρξε πολλές φορές θεατής της ζωής της.
Ποιά γυναίκα, αλήθεια, δεν το έχει αισθανθεί αυτό;
Προσπάθησα, όσο μπόρεσα- να δώσω την έννοια του έρωτα, την τόλμη, τον εγωισμό, τη συμπάθεια, το πώς δένεται με τις καταστάσεις μια γυναίκα, από την εφηβική της ηλικία και μετέπειτα...
Πόνεσα τη Σεμέντα- γυναίκα είμαι κι εγώ- που δεν της δόθηκε ποτέ μια δίκαιη ευκαιρία στην ευτυχία… ίσως, ακόμη, γιατί μέσα στο ανώνυμο πλήθος να υπάρχουν πολλές γυναίκες σαν την Σεμέντα και σαν την αδερφή του Ρουστίκου, αντιμέτωπη με την κόρη της, με αυτισμό.
Πόσες οικογένειες, αλήθεια, αντιμετωπίζουν μια τέτοια κατάσταση; Πόσες επιστρέφουν- διωγμένες από το πατρικό τους- εν καιρό κρίσης, για να προφυλάξουν το παιδί τους κι μόνο;

Δεν σα κρύβω, δε, πώς η ίδια, ήρθα σε σύγκρουση με την ηρωίδα μου, η οποία, μάλιστα, κέρδισε σε κάθε μου σελίδα το θαυμασμό μου.
Μέσα στην τόση αδυναμία της, μπορούσα πια να διακρίνω ότι διέθετε ένα εξαιρετικό προσόν: την αντοχή. Ακόμα, κι όταν έφυγε για Ιταλία, ακόμα κι στα λάθη της.
Η αλήθεια, λοιπόν; Η Σεμέντα, ως το τέλος της ζωής της, αναδύθηκε μέσα από όλες τις γυναίκες πού προσπαθούν να επιζήσουν με τις δικές τους άμυνες, σε αντίθεση με το πώς βλέπει ο άνδρας τα γεγονότα.

Ξέρω πως θα θελήσετε να μάθετε αν είναι υπαρκτό πρόσωπο. Όχι, κατηγορηματικά. Και σίγουρα δεν ξέρετε την ιστορία της, αλλά είναι πιθανόν να την έχετε γειτόνισσα ή φίλη, να περνάει δίπλα σας και να μην την έχετε προσέξει.
Πίσω από κλειστές πόρτες, αγαπημένοι μου φίλοι, η μοίρα πλέκει τραγικά σενάρια, που σχεδόν πάντα ξεπερνούν και την πιο ζωηρή φαντασία.








 

Το ανοιξιάτικο πρωινό της Μ. Τρίτης, ο υποβλητικός αλλά ζεστός χώρος της παρουσίασης, γέμισε όλα τα πρόσωπα, από την επιτυχημένη λογοτεχνική διαδρομή. Ακόμα, θυμάμαι, κάποιους πού καθώς αγκάλιαζαν το βιβλίο μου- αφού πρώτα το ξεφύλλιζαν- ύστερα το μύριζαν, όπως φέρνουμε στη μύτη μας, τη μυρωδιά ενός τυπωμένου χαρτιού, πού μόλις βγήκε από το μηχάνημα.


Ανήσυχοι αναγνώστες, πρόθυμοι να ρωτήσουν και να ρωτηθούν, τίμησαν με την παρουσία τους.
Δεν έχω λόγια να περιγράψω, τις ώρες πού κύλησαν…
Η Λάρισα, είναι φυλαγμένη στη καρδιά μου… Δεν είμαι <<άνθρωπος της πόλης>>, για αυτό μετακόμισα στην επαρχία, αλλά αυτή η πόλη, είχε κάτι… μαγικό…
Σκιαγραφώντας την, θα σας παρασύρω, λίγο στη πόλη… Το κέντρο της, είναι πεζοδρομημένο και μπορεί κανείς να το περπατήσει εύκολα. Αρκεί, φυσικά, οι οδηγοί των αυτοκινήτων, να κάνουν υπομονή και να μην παρκάρουν σε εκείνα τα σημεία.
Φανταστείτε… Δεν βρίσκαμε πού να παρκάρουμε… Βέβαια, ο δικός μου σχολιασμός ήταν: Εντάξει, μωρέ, μέρες Του Πάσχα, θα περάσει κι αυτό… Αλλά, φίλοι μου, μέχρι να περάσει… θα ξεκινούσε η παρουσίαση, δίχως εμένα…
Τέλος πάντων… Τέλος καλό… όλα καλά…
Θα ξαναβρεθώ στη Λάρισα…
Έχω τη σκέψη… προαίσθημα.. να πω… πώς κάτι με τραβάει ακόμα…
Για να δούμε…