Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013






 Από το βιβλίο μου, το κέντημα του δράκου''.... Απολαύστε ένα κομμάτι της ιστορίας!


Περίεργα συναισθήματα την τύλιξαν. Έβαλε την κασέτα στο κασετόφωνο και πλησίασε το παραθύρι της. Μπροστά της, είχε δύο γλάστρες. Μπουκαμβίλια και βασιλικό. Χαμογέλασε καθώς άγγιξε με την μύτη της τα φύλλα του βασιλικού. Κατόπιν, αφέθηκε στην ανατριχίλα του αγγίγματος στον ώμο της.  Ο Ρουστίκος Καλογλού, μου μίλησε, ψέλλιζε και αγκάλιαζε τον εαυτό της.
Χαμογελούσε. Έμοιαζε με πουλί πού ανοίγει τα φτερά του και μαθαίνει να πετά. Φίλες δεν είχε να το αποκαλύψει, μονάχα έναν αρραβωνιαστικό, επιλογή της θείας της, για να την ξεφορτωθεί πιο γρήγορα. Είναι μικρή, άκουγε την μάνα της, να διαμαρτύρεται αλλά η Μαμέλχθη- η θεία της- δεν άκουγε. Είχε πάρει την απόφασή της. Μόλις απολυθεί από φαντάρος θα γίνει και ο γάμος, σε ένα χρόνο, ήταν η απόφασή της και αλίμονο σε όποιον της πήγαινε κόντρα.
Εκείνη την ώρα, όμως, η Σεμέντα ήθελε να απολαύσει τον έρωτά της. Ο αρραβωνιαστικός της, έμοιαζε με μύγα μπροστά στον Ρουστίκο. Ναι. Ήταν ερωτευμένη, μα δεν τολμούσε να το ξεστομίσει παραμόνο στα όνειρά της. Δεν θα με αγαπήσεις ποτέ, είμαι σίγουρη απολογιόταν και άκουγε την αγαπημένη της μελωδία. Τότε ακούστηκε και ο εκνευριστικός ήχος του τηλεφώνου. Δεν ξεμύτισε από την κάμαρή της, να το σηκώσει. Άκουσε την θεία της, να μουρμουρίζει ενοχλημένη και χασκογέλασε.
Σεμέντα… ο αρραβωνιαστικός σου, φώναξε κάμποσες φορές και δεν πήρε απάντηση. Πήγε στην κάμαρή της, να δει μήπως κοιμόταν αλλά η Σεμέντα είχε κρυφτεί κάτω από το κρεβάτι. Αχ, παιδί μου, πάλι έξω θα είναι και θα παίζει με τις γάτες, απολογήθηκε γεμάτη ντροπή στο ξένο παιδί. Δεν πειράζει, αντίο σας, μουρμούρισε κι ο άλλος και έκλεισαν βιαστικά τα ακουστικά τους.
- Δεν ακούς πού σε φωνάζω; Τρόμαξε αλλά το έκρυψε η Μαμέλχθη, όταν την είδε μπροστά της.
- Ήμουν στον κήπο, θεία, συγγνώμη. Ποιος ήταν;
- Ο αρραβωνιαστικός σου. Μην το ξανακάνεις; Με ξύπνησες, το ξέρεις; Της είπε με ειρωνικό ύφος.
- Συγγνώμη. Επανέλαβε κάμποσες φορές.
- Τέλος πάντων… Πήγαινε να μου φτιάξεις κάνα καφέ να ξυπνήσω. Άιντε… Μουρμούρισε και έδεσε πιο σφιχτά την ζώνη της ρόμπας της.
- Μάλιστα, πάω. Έβαλε φτερά στα πόδια και κατευθύνθηκε στην κουζίνα.
Η μάνα της, παρακολουθούσε την σκηνή πίσω από την πόρτα της. Η κάμαρή της, ήταν κοντά στο σαλόνι και έτσι, άκουγε όποιον τύγχανε να βρίσκεται εκεί. Ένιωσε μέσα της οργή. Την έπιασε ένας πόνος στο στομάχι. Την έπιανε συχνά τώρα τελευταία. Αλλά λέξη δεν έβγαζε.
Τι θα απογίνονταν η Σεμέντα εάν πέθαινε; Θα έπεφτε στα γαμψά νύχια της Μαμέλχθης και ποιος ξέρει τις επιπτώσεις.