Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Την αρραβώνιασαν σε ηλικία δεκαοχτώ χρόνων. Ο αρραβωνιαστικός της δεκαεπτά χρόνια πιο μεγάλος, τόλμησε και ατίμασε ένα κοριτσάκι. Είχαν ακουστεί πολλά. Η αλήθεια; Ο θείος της, ήθελε να κρύψει το ερωτικό δέσιμό της με τον Κλανίκιο Αρογλού.
Ή
ταν φτωχός και δεν θα επέτρεπε η ανιψιά του να ατιμαστεί και να τον κοροϊδέψει ο κόσμος. Θα πανδρευτείς αυτόν πού θα διαλέξω εγώ. Την είχε προειδοποιήσει. Δεν τον υπάκουσε και δυο μέρες πριν πανδρευτεί, ο Κλανίκιος βρέθηκε κρεμασμένος στο πολυέλαιο του σαλονιού του.
Με τον καιρό, η κοπέλα σταφίδιασε, ζάρωσε, κανείς δεν γνώριζε το βάσανο της ψυχής της. Ο θείος της; Έτοιμος να σκάσει από τα νεύρα του. Απηύδησε. Έπρεπε πάση θυσία να την διώξει από εκείνο το μέρος, με οποιαδήποτε κόστος.
Δυο μέρες μετά, έδωσαν να πιεί μπόλικο κρασί, ο γαμπρός, μέχρι πού είπε ναι. Του έδωσε αρκετά χρήματα. Του άνοιξε μια μικρή επιχείρηση, επιπλέον, στο όνομά του και τους έστειλε στον Αφιόν της Τουρκίας.
Άσπρη μέρα δεν είδε, η Τηνία, την έδερνε και εκείνη έτρεχε για να κρυφτεί. Ακόμα, κι όταν ήταν έγκυος.
Να κρυφτεί.
Από τι;
Από ποιόν;
Από το μαρτύριό της; Ή από την φυλακή, πού της επέβαλαν να ζει;



(από το βιβλίο μου- το κέντημα του δράκου)