Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Γιάννης Ρίτσος «Ρωμιοσύνη» 
 
Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.
Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κι οι φωνές μες στον ασβέστη
του ήλιου.
Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα.
Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό
πάνου απ’ την πίκρα τους.
Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια,
μια βαθιά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά στο λιόγερμα.
Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους –
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κι έχουνε τον καημό βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.
Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μέσ’ απ’ τα άγρια
γένια τους.
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με
            ταμπούρλα.
Τόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κι η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκαλά τους.
Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο που βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.
Το ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.
Τόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.


Ο Γιάννης Ρίτσος συνθέτει το ποίημα αυτό αμέσως μετά την  γερμανική κατοχή και επιχειρεί να αποδώσει τα στοιχεία εκείνα που συνθέτουν την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του ελληνικού λαού.
Ο ασίγαστος πόθος των Ελλήνων για ελευθερία, οι συνεχείς μόχθοι του ελληνικού λαού, ο πόνος που έχει γίνει πια ένα με την ψυχή τους, αλλά και ο ακατάλυτος δεσμός τους με τον τόπο που κατοικούν αδιάκοπα για χιλιάδες χρόνια, είναι μερικές από τις θεματικές του ποιήματος. 
 
Αναλύοντας το ποίημα, αντιλαμβανόμαστε πώς :
1:  επιλέγει να τιτλοφορήσει το ποίημά του ρωμιοσύνη ,, χρησιμοποιώντας μια λέξη που βρίσκεται πιο κοντά στη λαϊκή διατύπωση και στην ψυχή των Ελλήνων. Μια λέξη που εμπεριέχει όλη την περηφάνια και τα υψηλά εκείνα αισθήματα που διαπνέουν κάθε Έλληνα για τη σκληρά δοκιμαζόμενη φυλή του.
2: Στην εισαγωγική στροφή του ποιήματος δηλώνεται εμφατικά πόσο αδιανόητο είναι για τον ελληνικό λαό να ζήσει χωρίς την ελευθερία του. 
3: Η επαναφορά στους τέσσερις πρώτους στίχους της δεικτικής αντωνυμίας (αυτά, αυτές) και του ίδιου ρήματος δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο μήνυμα των στίχων, ενώ μέσω της επανάληψης ενισχύεται η μουσικότητα του ποιήματος. Η χρήση μάλιστα των δεικτικών αντωνυμιών, που μας φέρνουν στη σκέψη των ποιητή να δείχνει τα δέντρα, τις πέτρες και τους ανθρώπους γύρω του, προσδίδουν παραστατικότητα και ζωντάνια στην έκφραση του λόγου. Παρατηρούμε επίσης πως τα υποκείμενα των στίχων συνεκδοχικά αναφέρονται σε όλο το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού και χώρου.
4: Η αναφορά στις διαθέσεις, όχι μόνο των ανθρώπων, αλλά και του τοπίου, του ελληνικού χώρου, καθιστά τον πόθο των Ελλήνων για ανεξαρτησία εναργέστερο και μας παραπέμπει έμμεσα σε όλους τους αγώνες που έχουν γίνει ανά τους αιώνες επί ελληνικού εδάφους με στόχο πάντοτε την ελευθερία.
5: ο ελληνικός τόπος, που με τις ιδιαιτερότητές του έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την ψυχοσύνθεση των κατοίκων του.
6: Η αγρύπνια των Ελλήνων, που φαίνεται στα κοκκινισμένα τους μάτια, είναι το στοιχείο εκείνο που αποκαλύπτει πως για χρόνια βρίσκονται σε μια κατάσταση διαρκούς εγρήγορσης, σε μια κατάσταση επιφυλακής, αφού διαρκώς πρέπει να πολεμούν για την ελευθερία τους. 
8: -το χέρι που είναι έτοιμο ανά πάσα στιγμή να πολεμήσει- είναι η προέκταση της ψυχής τους, κάτι που σημαίνει πως η αποφασιστικότητά τους ν’ αγωνιστούν για όσα τους ανήκουν αντλείται από το βάθος της ψυχή τους. Το να ζουν υπό ξενική κατοχή, το να ζουν χωρίς να είναι κύριοι της πατρίδας και της τύχης τους είναι κάτι που τους πληγώνει βαθιά, γι’ αυτό και βλέπει κανείς το θυμό που τους φλέγει στα χείλη τους. Ενώ στα μάτια τους μπορείς να δεις τον καημό τους, τον πόνο και την οδύνη που τους προκαλεί η παρουσία των κατακτητών στην αγαπημένη τους πατρίδα. Κι είναι τόσο έντονος ο καημός τους, τόσο βαθιά χαραγμένος στα μάτια τους, όπως ένα αστέρι μέσα σε μια γούβα αλάτι. 
 
 
 
Οι Έλληνες όταν σφίγγουν το χέρι ενός ανθρώπου, όταν δίνουν δηλαδή το λόγο τους, όταν συμφωνούν σε κάτι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο, δηλώνει τη συμφωνία! Όταν οι Έλληνες χαμογελούν γεννιέται στον κόσμο η ελπίδα Τα άγρια γένια είναι εδώ μια ακόμη υπόμνηση των σκληρών συνθηκών που χαρακτηρίζουν τη ζωή των Ελλήνων.
Όταν κοιμούνται από τις άδειες τους τσέπες -αναφορά στην οικονομική εξαθλίωση της χώρας- πέφτουν δώδεκα αστέρια ονειρεύονται δηλαδή ένα καλύτερο αύριο, αισιοδοξούν κι αυτό τους δίνει δύναμη να συνεχίσουν τον αγώνα τους. Η επιλογή του ποιητή να μιλήσει συγκεκριμένα για 12 αστέρια, μας παραπέμπει στην ειδική σημασία που έχει αυτός ο αριθμός στα ιερά κείμενα του χριστιανισμού, όπου τον βρίσκουμε πολύ συχνά (παράδειγμα οι 12 μαθητές του Χριστού).
Όταν οι Έλληνες πεθαίνουν η ζωή συνεχίζει με την ίδια κι ακόμη μεγαλύτερη ένταση την ανοδική και δύσκολη πορεία της. Ο θάνατος κάθε Έλληνα τιμάται από τους συντρόφους του με ακόμη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα για τη συνέχιση του αγώνα, για τη διεκδίκηση της ελευθερίας. Έτσι, αντί για θρήνους, ο θάνατος των Ελλήνων συνοδεύεται από μια διάθεση να τιμηθεί ο χαμός τους, να τιμηθεί η θυσία τους.
Η εντιμότητα των Ελλήνων, η δύναμή τους να χαμογελούν, να ελπίζουν και να ονειρεύονται μέσα στις κακουχίες, οι θυσίες τους που βρίσκουν θερμή ανταπόκριση απ’ τους συντρόφους τους, είναι τα χαρακτηριστικά του έθνους αυτού που για χρόνια βασανίζεται και υποφέρει.  
Χρόνια τώρα οι Έλληνες μαστίζονται απ’ την πείνα και τη δίψα, χρόνια τώρα σκοτώνονται στους συνεχείς αγώνες που δίνουν κι όλα αυτά σ’ έναν τόπο που περιστοιχίζεται όχι μόνο από στεριά, αλλά κι από θάλασσα. Στεριά και θάλασσα βασανίζουν τους Έλληνες, σ’ έναν τόπο άνυδρο, άγονο και δύσκολα ελέγξιμο στο σύνολό του αφού μεγάλο μέρος αυτού βρίσκεται υπό το κράτος της θάλασσας.
Η ζέστη έχει κάψει τα χωράφια τους, η αρμύρα της θάλασσας έχει ποτίσει τα σπίτια τους, ο άνεμος έχει γκρεμίσει τις πόρτες των σπιτιών τους, αλλά και τις λίγες πασχαλιές που βρίσκονταν στις πλατείες (οι πασχαλιές ως σύμβολα της ανάστασης, της ελπίδας για μια ουσιαστική λύτρωση). Κι οι ίδιοι οι Έλληνες, φτωχοί κι ανυπεράσπιστοι απέναντι στη μανία της φύσης, με τον παγωμένο αέρα να περνά από τα τρύπια πανωφόρια τους και να τους οδηγεί στο θάνατο. Η γλώσσα τους δε από τη δίψα και την πείνα έχει πια γίνει στυφή, ξερή σαν το κυπαρισσόμηλο.
Η πείνα των ανθρώπων γίνεται έντονα εμφανής στα πιστά και αγαπημένα τους σκυλιά, που έμειναν πάντα στη σκιά των αφεντικών τους και πέθαναν από τις στερήσεις, από την πλήρη απουσία τροφής. Μακάβριο ενθύμιο των οποίων απέμειναν τα κόκαλά τους που μαστίζονται από τη βροχή του δύσκολου χειμώνα.
Ο ποιητής έχοντας δει την τραγική εξαθλίωση του λαού του στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, όπου όλες οι υποδομές του κράτους κατέρρευσαν κι οι άνθρωποι χάθηκαν κατά χιλιάδες από την πείνα και τις κακουχίες, δείχνει εδώ πόσο δύσκολη είναι η διαβίωση στον φτωχό αυτό τόπο. Τα θερμά καλοκαίρια και τα όμορφα νησιά που είναι παραδομένα στο έλεος της θάλασσας, δημιουργούν ένα εχθρικό περιβάλλον, όταν δεν υπάρχουν τα χρήματα, όταν δεν υπάρχει καμία υποδομή για να στηρίξει τους ανθρώπους.
Ό,τι φαινομενικά μοιάζει με ευλογία αυτού του τόπου, στην πραγματικότητα αποτελεί φονική δυσκολία για έναν εξαθλιωμένο λαό, που δεν έχει κανένα τρόπο να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που προκύπτουν από τη λειψυδρία, την έλλειψη βασικών ειδών διατροφής και φυσικά τις έντονες αλλαγές του καιρού. Κι όλα αυτά έγιναν με τραγικό τρόπο εμφανή στα χρόνια της κατάρρευσης, στα χρόνια του μεγάλου πολέμου. 
 
 
 
Κάπως, έτσι, δεν νιώθει ο ελληνικός λαός; Σαν τη Ρωμιοσύνη; Δεν σκύβει το κεφάλι, τιτιβίζει σα χελιδόνι....