Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012



Δίσταζε να χτυπήσει το κουδούνι του ψυχολόγου. Κάθε μέρα, εδώ και εννιά μήνες η ίδια συνήθεια. Κάθισε στο πλατύσκαλο και έκρυψε με τα χέρια το πρόσωπό της. Έριχνε ψιλοβρόχι μα δεν την ένοιαζε. Σκεφτόταν το σκοπό της ζωής της και την αξία της. Ο κόσμος είναι ο πατέρας του καθετί πού ζει, και ολάκερη η ζωή είναι πιασμένη σε μια αδιάκοπη πάλη τα λόγια του ψυχολόγου της τρυπούσαν το μυαλό.
Η ψυχική της ισορροπία καθοριζόταν από ένα σκοπό, προς τον οποίο κατευθύνονταν η κίνηση και όλη η δυναμική πού έκλεινε μέσα της. Ήθελε να σκέφτεται, να αισθάνεται, να ονειρεύεται, αλλά όλα αυτά προσδιοριζόντουσαν και περιοριζόντουσαν προς μία κατεύθυνση και έναν σκοπό.
Από νωρίς είχε έρθει αντιμέτωπη με τα λόγια της μάνας της. Την θεωρούσε υπαίτια δίχως να γνωρίζει την δική της πάλη. Το παιδί αυτό γεννήθηκε πρόωρα την άκουγε να μιλάει με την αδελφή της. Αλλά σε τι θα βοηθούσε αυτό; Το πρώτο μέρος της παρατήρησης είχε ήδη γίνει.  Στους εννιά μήνες άρχισε κιόλας να βηματίζει, και στους δώδεκα να ψελλίζει τις πρώτες συλλαβές. Δεν είχε σε τίποτα να ζηλέψει από ένα παιδί πού γεννιέται κανονικά. Ή μήπως, ναι;
- Λαλλένια; Τι κάνεις εδώ; Ο ψυχολόγος με ένα τεράστιο αλεξήλιο εμφανίστηκε μπροστά της.
- Δεν είχα το σθένος να χτυπήσω το κουδούνι. Ψέλλισε και τυλίχτηκε με το παλτό της.
- Έλα, πάμε. Της έδωσε το χέρι. Με το άλλο κρατούσε την ομπρέλα και εκείνη το αποδέχτηκε.


Δεν μπορούσες να πεις πώς η Λαλλένια Χαμπαρίσου είχε εξαιρετική ομορφιά, πράγμα ωστόσο πού δεν το καλοκαταλάβαιναν όσοι άνδρες έτυχε να την αγαπήσουν. Σε αυτό την βοήθησε  ο ψυχολόγος και η πλαστική επέμβαση για να διώξει το γήρας από το νεανικό της πρόσωπο.
Στην πραγματικότητα ήταν ένα παιδί πού δεν ζούσε την παιδική και εφηβική ηλικία, λόγω μιας σπάνιας ασθένειας, πού την έκανε να μοιάζει συνομήλικη με την ηλικία μάνα της. Έπασχε από λιποδυστροφία για την οποία δεν υπάρχει θεραπεία. Στο σχολείο της, λόγω της εμφάνισής της, την αποκαλούσαν «γιαγιά» και «μαϊμού». Αναγκάστηκε να αποσυρθεί από το σχολείο, καθώς η κατάσταση ήταν ψυχολογικά ανυπόφορη. Την ασθένεια, καθώς φαίνεται, η Λαλλένια, όπως και τ’ άλλα αδέρφια της, την κληρονόμησε από την μητέρα της, που λόγω αυτής, είχε αναγκαστεί να κάνει κι αυτή πλαστική εγχείρηση στο παρελθόν, χωρίς όμως θεαματικά αποτελέσματα. Η διαφορά είναι, πως η κόρη εμφάνισε τα συμπτώματα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ την μητέρα της και τ’ αδέρφια της.


- Να σου βάλω τσάι; Το ζεστό χαμόγελο του ψυχολόγου.
- Ναι, ευχαριστώ. Με μια κουταλιά ζάχαρη, παρακαλώ. Του επισήμανε.
- Όπως πάντα. Σχολίασε καθώς της το πρόσφερε. Λοιπόν; Τι σε έκανε να τραπείς σε φυγή σήμερα; Κάθισε στην καρέκλα του, ήπιε μια γουλιά και περίμενε απάντηση.
- Ήξερα πώς λείπετε.
- Θα σου άνοιγε η γραμματέας μου. Πήρε βαθιά ανάσα και συνέχισε την περιττολογία του. Λαλλένια... Είσαι είκοσι χρονών πλέον. Μη βασανίζεσαι.
- Μη βασανίζομαι; Κοιτάξτε με. Ήδη, έκανα μία πλαστική επέμβαση χωρίς κάποιο ορατό αποτέλεσμα. Προσπαθώ να σκιαγραφήσω εάν οι άνδρες με κοιτάζουν γι’ αυτό πού είμαι ή έρχονται για να γελάσουν. Παράτησα το σχολείο για ακριβώς αυτό το λόγο. Γέμισα με ψυχολογικά προβλήματα τη ψυχή μου. Ζω με ένα μηνιαίο επίδομα από το κράτος με τον όρο προβληματική κι εσείς μου λέτε μη βασανίζεσαι; Ξέσπασε πετώντας το φλιτζάνι με το τσάι στο πάτωμα.
- Είμαι κοντά σου! Της είπε συγκινημένος.
- Βαρέθηκα! Θέλω κάποιον πού να αγαπήσει την Λαλλένια. Έκλεισε τα μάτια και ονειρεύτηκε πώς ήταν όμορφη.
- Υπάρχει. Δέξου με. Σηκώθηκε και πήγε κοντά της. Την σήκωσε και την κατεύθυνε στο παράθυρο. Κοίτα, βγήκε ήλιος. Πανδρέψουμε. Θα γίνω καλός σύζυγος.
- Δεν γίνεται και το ξέρεις.
- Θα σου εξασφαλίσω τη ζωή. Όλοι θα σε σέβονται.
- Τον σεβασμό τον αποκτάς. Δεν παίζει ρόλο το στεφάνωμα.
- Ξανασκέψου το.
- Μην επιμένεις, Βενέδικτε. Τον φίλησε απαλά στο μάγουλο, φόρεσε το παλτό της και έφυγε.
Η καμπάνα της διπλανής εκκλησίας σήμανε χαρμόσυνα. Η Λαλλένια πετάχτηκε σαν ελατήριο από τις σκέψεις της. Από τα δεκατρία της χρόνια είχε να πάει. Φοβόταν τις αντιδράσεις του κόσμου ακόμα κι εκεί μέσα. Ένιωσε ένα σφίξιμο στη καρδιά. Η μορφή του Χριστού την καλούσε. Όλοι είμαστε αμαρτωλοί και έχουμε το δικαίωμα να ζητάμε από το Θεό προστασία απολογήθηκε ανάβοντας ένα κερί στον εαυτό της.
Έκανε το σταυρό της και ταυτόχρονα επεξεργαζόταν το χώρο. Στο κέντρο ο Κύριος. Μπροστά του και γύρω του Άγιοι, Προφήτες, Μάρτυρες, Επίσκοποι, Ιερείς, Όσιοι και Ασκητές, γυναίκες με επί κεφαλής τη Θεοτόκο, αλλά και παιδιά, όλοι με φωτοστέφανο. Ένιωσε Ιερό ρίγος. Πόσα χρόνια αναρωτήθηκε κοιτάζοντας το Χριστό του τέμπλου, την Παναγιά, τον Άγιο Ιωάννη το Πρόδρομο, με το πύρινο βλέμμα. Τους κοίταζε κι ένιωθε να της μιλάνε. Δάκρυσε. Δεν το ήθελα ομολόγησε κι ας άναβε κάθε βράδυ το κανδήλι στο σπίτι της.
Στην Ωραία Πύλη πρόβαλε ο παπάς. Ακούστηκε η φωνή του να απευθύνει αιτήσεις στο θρόνο του Ύψιστου. Η ακολουθία προχωρούσε. Ψάλθηκε και η δοξολογία. Συνέχιζε να νιώθει δέος. Καθώς κοιτούσε τον κόσμο, βρίσκει την εκκλησία σχεδόν άδεια. Κανείς δεν της έδινε σημασία. Καλύτερα να φύγω ψέλλισε κάνοντας το σταυρό της. Θα ξανάρθω ορκίστηκε λίγο πριν φύγει.